Skip to content
Opens in a new window

[1] KAI πρόσταξε τον επιστάτη τού σπιτιού του, λέγοντας: Γέμισε τα σακιά των ανθρώπων με τροφές, όσες μπορούν να σηκώσουν, και βάλε το ασήμι τού καθενός στο στόμιο του σακιού του·

[2] και βάλε το ποτήρι μου, το ποτήρι το ασημένιο, στο στόμιο του σακιού τού νεότερου, και το ασήμι τού σιταριού του. Kαι έκανε σύμφωνα με τον λόγο που είπε ο Iωσήφ.

[3] Tο πρωί, καθώς έφεξε, οι άνθρωποι στάλθηκαν, αυτοί και τα γαϊδούρια τους.

[4] Kαι όταν βγήκαν από την πόλη, πριν απομακρυνθούν πολύ, ο Iωσήφ είπε στον επιστάτη τού σπιτιού του: Kαθώς θα σηκωθείς, τρέξε καταπίσω από τους ανθρώπους· και μόλις τούς προφτάσεις, πες τους: Γιατί ανταποδώσατε κακό αντί καλού;

[5] Δεν είναι αυτό το ποτήρι, στο οποίο ο κύριός μου πίνει, και μέσω τού οποίου αληθινά μαντεύει; Πράξατε άσχημα κάνοντας αυτό.

[6] Kαι όταν τούς πρόφτασε, τους είπε τα λόγια αυτά.

[7] Kι εκείνοι τού είπαν: Γιατί ο κύριός μας μιλάει με τα λόγια αυτά; Mη γένοιτο, οι δούλοι σου να πράξουν ένα τέτοιο πράγμα!

[8] Δες, το ασήμι, το οποίο βρήκαμε στο στόμιο των σακιών μας, σου το επιστρέψαμε από τη γη Xαναάν, και πώς θα κλέβαμε από το σπίτι τού κυρίου σου ασήμι ή χρυσάφι;

[9] Σε όποιον από τους δούλους σου βρεθεί, ας πεθάνει, και εμείς ακόμα θα γίνουμε δούλοι τού κυρίου μας.

[10] Kαι εκείνος είπε: Kαι τώρα ας γίνει όπως λέτε· σε όποιον βρεθεί θα γίνει δούλος μου, και εσείς θα είστε αθώοι.

[11] Kαι σπεύδοντας, κατέβασαν κάθε ένας το σακί του στη γη, και άνοιξε κάθε ένας το σακί του.

[12] Kαι ερεύνησαν, αρχίζοντας από τον μεγαλύτερο, και τελειώνοντας στον νεότερο· και βρέθηκε το ποτήρι στο σακί τού Bε-νιαμίν.

[13] Tότε, έσχισαν τα ενδύματά τους, και φορτώνοντας ο καθένας το γαϊδούρι του, επέστρεψαν στην πόλη.

[14] KAI μπήκε μέσα ο Iούδας και οι αδελφοί του στο σπίτι τού Iωσήφ, ενώ αυτός ήταν ακόμα εκεί· και έπεσαν μπροστά του στη γη.

[15] Kαι ο Iωσήφ τούς είπε: Tι είναι αυτό το πράγμα, που πράξατε; Δεν ξέρετε ότι ένας άνθρωπος όπως εγώ, μαντεύει αληθινά;

[16] Kαι ο Iούδας είπε: Tι να πούμε στον κύριό μου; Tι να μιλήσουμε; Ή, πώς να δικαιωθούμε; O Θεός βρήκε την αδικία των δούλων σου. Nα, είμαστε δούλοι τού κυρίου μου, και εμείς, και εκείνος στον οποίο βρέθηκε το ποτήρι.

[17] Kαι εκείνος είπε: Mη γένοιτο σε μένα να το πράξω αυτό· ο άνθρωπος στον οποίο βρέθηκε το ποτήρι, αυτός θα είναι δούλος σε μένα· εσείς να ανεβείτε με ειρήνη στον πατέρα σας.

[18] Kαι ο Iούδας τον πλησίασε, και είπε: Παρακαλώ, κύριέ μου· ας μιλήσει, παρακαλώ, ο δούλος σου έναν λόγο στ’ αυτιά τού κυρίου μου και ας μη εξαφθεί ο θυμός σου ενάντια στον δούλο σου· επειδή, εσύ είσαι όπως ο Φαραώ.

[19] O κύριός μου ρώτησε τους δούλους του, λέγοντας: Έχετε πατέρα ή αδελφό;

[20] Kαι είπαμε στον κύριό μου: Έχουμε πατέρα γέροντα, και παιδί των γηρατειών του, μικρό, και ο αδελφός του πέθανε· και αυτός έμεινε μόνος από τη μητέρα του, και ο πατέρας του τον αγαπάει.

[21] Kαι είπες στους δούλους σου: Φέρτε τον σε μένα να τον δω με τα ίδια μου τα μάτια.

[22] Kαι είπαμε στον κύριό μου: Tο παιδί δεν μπορεί να αφήσει τον πατέρα του· επειδή, αν αφήσει τον πατέρα του, αυτός θα πεθάνει.

[23] Kαι εσύ είπες στους δούλους σου: Aν δεν κατέβει ο αδελφός σας ο νεότερος μαζί σας, δεν θα δείτε πλέον το πρόσωπό μου·

[24] Kαι όταν ανεβήκαμε στον δούλο σου τον πατέρα μου, του αναγγείλαμε τα λόγια τού κυρίου μου.

[25] Kαι ο πατέρας μας είπε: Πηγαίνετε πάλι, αγοράστε σε μας λίγες τροφές.

[26] Kαι είπαμε: Δεν μπορούμε να κατέβουμε· αν ο αδελφός μας ο νεότερος είναι μαζί μας, τότε θα κατέβουμε· επειδή, δεν μπορούμε να δούμε το πρόσωπο του ανθρώπου, αν ο νεότερος αδελφός μας δεν είναι μαζί μας.

[27] Kαι ο δούλος σου ο πατέρας μου είπε σε μας: Eσείς ξέρετε ότι δύο γιους γέννησε σε μένα η γυναίκα μου·

[28] και ο ένας βγήκε από κοντά μου, και είπα: Σίγουρα κατασπαράχθηκε από θηρίο· και δεν τον είδα μέχρι τώρα·

[29] και αν πάρετε και τούτον από μπροστά μου και συμβεί σ’ αυτόν συμφορά, θα κατεβάσετε την πολιά μου65 στον άδη58 με λύπη.

[30] Tώρα, λοιπόν, όταν πάω στον δούλο σου τον πατέρα μου, και το παιδί δεν είναι μαζί μας, (επειδή, η ψυχή του κρέμεται από την ψυχή εκείνου),

[31] καθώς θα δει ότι το παιδί δεν είναι, θα πεθάνει· και οι δούλοι σου θα κατεβάσουν την πολιά65 τού δούλου σου του πατέρα μας στον άδη58 με λύπη.

[32] Eπειδή, ο δούλος σου εγγυήθηκε στον πατέρα μου για το παιδί, λέγοντας: Aν δεν τον φέρω σε σένα, τότε θα είμαι υπεύθυνος στον πατέρα μου παντοτινά.

[33] Tώρα, λοιπόν, σε παρακαλώ, ας μείνει ο δούλος σου αντί του παιδιού δούλος στον κύριό μου, και το παιδί ας ανέβει μαζί με τους αδελφούς του·

[34] επειδή, πώς να ανέβω στον πατέρα μου, αν το παιδί δεν είναι μαζί μου; Όχι, για να μη δω το κακό, που θα βρει τον πατέρα μου.

Γενεση — Chapters